Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Χειμωνιάτικη βραδιά...

Εκείνη τη χειμωνιάτικη βραδιά δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους.
Έπεφτε δυνατή παγωμένη βροχή που χτυπούσε στα μισόκλειστα πατζούρια,
σαν να ποθούσε να μπει μέσα για να γεμίσει νερό και αστραπή τη σκοτεινή κάμαρα.
Συχνά, ένας κεραυνός έπεφτε πίσω απ' το βουνό και την τράνταζε.
Μα, εκείνη τη βραδιά, η νεαρή γυναίκα είχε πάρει την πιο θαρραλέα
και αληθινά δική της απόφαση που είχε πάρει σ' όλη της τη ζωή
και κανένας δε θα τη σταματούσε,
ούτε ο ίδιος ο βρόντος του κεραυνού που σχίζει τους νυχτερινούς ουρανούς και σκορπίζει τα νυχτοπούλια.
Κοιτούσε τον καθρέφτη αμίλητη, και κάπου κάπου της ξέφευγε ένα ειρωνικό χαμόγελο ανάμεσα στα δάκρυα.
Όλα της φαίνονταν τώρα ανόητα και γελοία.
Αυτοί οι μοχθηροί άνθρωποι που της άρπαξαν την παιδική της θέληση,
τι δύναμη είχαν τώρα μπροστά στην απόφασή της?
Ο πατέρας της, η μάνα της, οι παρέες, οι δάσκαλοι.
Όλοι της έταζαν αγάπη μα της έδιναν απλόχερα μίσος και πικρό θάνατο.
Και για πρώτη φορά το σκέφτηκε έτσι σ' όλη της τη ζωή,
ότι τίποτα πάνω της δεν ήταν δικό της.
Ούτε το σώμα, ούτε η ψυχή της.
Ποτέ δεν κράτησε το χαλινάρι της μοίρας της.
Αλλά τώρα πια ήταν η στιγμή να το κρατήσει έστω και για μια φορά μονάχα,
για να αποδείξει στους κατακτητές της ψυχής της,
ότι ένα μικρό μέρος της παρέμενε ακόμα ελεύθερο.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΙ???

Απόψε δεν θέλει να κοιμηθεί.
Θέλει να βάλει μια τάξη στις σκέψεις και στα θέλω της.
Διάβασε πριν από λίγες μέρες ότι όσο αναμοχλεύουμε το παρελθόν,
σκοτώνουμε το παρόν και υπονομεύουμε το μέλλον.
Τον τελευταίο καιρό
-πόσο καιρό; πόσα χρόνια;-,
το παρελθόν της ακολουθεί μια ύπουλη τακτική.
Ανταρτοπόλεμο.
Προβάλλει ξαφνικά εικόνες από τα παλιά,
κάνει ένα μη συντονισμένο flashback.
Την ώρα που είναι απασχολημένη, στην δουλειά,
ή στο σπίτι, ή σε μια παρέα,
την ώρα που οι άμυνες έχουν πέσει και η οπισθοφυλακή χαλαρώνει -
τότε βρίσκει το παρελθόν την ευκαιρία
και ύπουλα αναδύεται δείχνοντας φωτογραφίες από τα καταχωνιασμένα.
Σαν να ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ με ασπρόμαυρα shots
και να στέκεται παραπάνω σε ορισμένα.
Τυχαία; Όχι, καθόλου τυχαία.
Συντονισμένος ανταρτοπόλεμος,
ύπουλα οργανωμένος, φαινομενικά χύμα.
Γιατί τα πράγματα δεν έρχονται πάντα όπως τα θέλουμε..
είναι οι ώρες που ξεχνάς τι είσαι και προσπαθείς να καταλάβεις
τι γίνεται και κυρίως γιατί…
H αίσθηση του κενού, ότι όλα δηλαδή είναι χωρίς νόημα,
αδιάφορα, ότι τίποτε δεν μπορεί να σου προκαλέσει χαρά,
συγκίνηση, ενδιαφέρον είναι πολύ βασανιστική,
γιατί ακόμη και τα πιο θετικά και αισιόδοξα πράγματα,
όπως οι χαρές της οικογένειας ή των φίλων,
οι αγαπημένες διασκεδάσεις, τα δώρα μοιάζουν να έχουν χάσει το νόημά τους.
Συχνά συμβαίνει αυτά ακριβώς τα ευχάριστα να σε «πλακώνουν» ακόμη περισσότερο, επειδή βλέπεις ότι δεν μπορείς να τα χαρείς.
Αισθάνεσαι αποκομμένος από το γύρω κόσμο.
Την άλλη Δευτέρα παγώνει ο χρόνος και αυτό είναι η μόνη πραγματικότητα
τα άδεια μάτια που τρέχουν να προλάβουν το μετρό,
οι άδειες ψυχές που εγκλωβίζονται μπροστά
σε μια οθόνη τηλεόρασης- υπολογιστή- βίντεο,
τα άδεια συναισθήματα που γεμίζουν
τα γεμάτα από υλικά αγαθά σπίτια.

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Gabriel Okara (Imomotimi gbaingbain)



Γεννημένος στις 21-4-1921 στο Μπομαντι σημερινή Μπαιελσα,μετά τη βασική του εκπαίδευση στη πόλη του και στη στρατιωτική σχολή Creek Road,Port Harcourt, έγινε δεκτός στο κρατικό κολέγιο Umuama, φοίτησε επίσης στο Yaba του Lagos.Αργότερα εκπαιδεύτηκε ως βιβλιοδέτης στο Ομοσπονδιακό τυπογραφείο,αυτό που μετά αποκαλούσε "περιπέτεια" σε γουρουνίσια αγορά.
Εθήτευσε στις καλές τέχνες (ζωγραφική) στη Umuama όπου είχε καθηγητή τον Ben Enwonwu. Ξεκίνησε την καριέρα του στα 1946 όταν σύμφωνα με τα λεγόμενα του είχε ένα όραμα σχετικό με τον πρόσφατα χαμένο ηγέτη Herber Macaulay.
Όταν κάθισε να ζωγραφίσει τήν Macaylay σύμφωνα με το όνειρο του,ξαφνικά ένιωσε ένα τράβηγμα στο χέρι με το πινέλο και άφησε τρεις λέξεις στον καμβά, γράφοντας "Κάτω,Διάβολε, Κάτω". Μετά από αυτό άλλαξε δραματικά και αποφάσισε να γίνει ποιητής.Στα μέσα της δεκαετίας του 50 σπουδάζει ποίηση.Ένα από τα πρώτα του ποιήματα κέρδισε βραβείο στο Φεστιβάλ Τεχνών της Νιγηρίας.
Εμφανίζετε σε εφημερίδες ,περιοδικά και avan-garde ανθολογίες.Το 1978 δημοσίευσε τη πρώτη συλλογή ποιημάτων, γίνετε αμέσως γνωστός στη πατρίδα του αλλά και στην Αγγλία.Εξακολουθώντας τη δουλειά του σαν βιβλιοδέτης παίρνει τη θέση του διευθυντή στο Enugu.
Στη διάρκεια του εμφυλίου Πολέμου στη χώρα του,παραμένει στη θέση του και ακολουθεί διπλωματικές αποστολές στην Ευρώπη και Αμερική. Τελειώνοντας ο πόλεμος γίνετε διευθυντής στο Υπουργείο Πολιτισμού απ'οπου καθοδηγεί συγγραφείς και ζωγράφους. Παραμένει μέχρι τη σύνταξη του στα τέλη του 1970. Εκδίδει τη σατιρική συλλογή "Ο ονειροπόλος","Το όραμα μου ","Όπως το βλέπω".

"Αντχιαμπο"
Σήκωσα το χέρι μου
το τρεμάμενο χέρι μου,
αρπάζοντας σφιχτά τη καρδιά μου
σα μαντίλι και την κυμάτισα,
την κυμάτισα- και την κυμάτισα-
αλλ'αυτη γύρισε τα μάτια της μακριά.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

PABLO MILANES




Ο Πάμπλο Μιλανές (Pablo Milanés) είναι Κουβανός συνθέτης, τραγουδιστής, κιθαρίστας.
Γεννήθηκε στο Bayamo της Κούβας το 1943. Σπούδασε στην εθνική σχολή μουσικής της Αβάνας. Το «feeling» είναι ένα μουσικό στυλ που ξεκίνησε στη Κούβα τη δεκαετία του 40, στο οποίο τα αισθήματα ορίζουν την ερμηνεία. Το στυλ αυτό επηρρεάστηκε από τα βορειοαμερικάνικα ρομαντικά τραγούδια της εποχής και τη τζαζ. Το «feeling» συνοδευόταν με μια κιθάρα, σαν τους παλιούς τρουβαδούρους, για να γίνει καλύτερη επικοινωνία με το κοινό. Από εκεί ξεκίνησε και ο Πάμπλο Μιλανές.
Ώς ερμηνευτής, ο Πάμπλο Μιλανές μπήκε στο συγκρότημα Los Bucaneros. Που και που, τραγουδούσε και μόνος του. Συνεργάστηκε με το συγκρότημα αυτό μέχρι το 1966. Το 1967, κάνει την στρατιωτική θητεία του, την εποχή του πολέμου στο Βιετνάμ, και αρχίζει να γράφει τραγούδια πιο πολιτικοποιημένα. Το 1968 δίνει την πρώτη του συναυλία με τον Silvio Rodríguez στο La Casa de las Américas. Είναι το πρώτο σήμα του μουσικού κινήματος που ονομάστηκε το 1972 Nueva Trova. Στο ίδιο μέρος συνάντησε και άλλα σημαντικά πρόσωπα της πολιτιστικής και μουσικής πολιτικής σκηνής όπως Violeta Parra, Chico Buarque, Vinicius de Moraes, Víctor Jara και πολλοί άλλοι. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, ξεκινάει δικό του συγκρότημα, με διάφορους φίλους του. Συνεχίζει να αναμιγνύει διάφορα είδη μουσικής, πάντα με δυνατή κοινωνική διάσταση.
Μαζί με τον Silvio Rodriguez και τον Noel Nicola, θεωρείται ένας από τους ιδρυτές της Nueva Trova. Ξεχωρίζει από τον Silvio Rodriguez με μελωδίες επηρεασμένες από τη Βραζιλία, μελωδίες που τις παίζει στη κιθάρα ή στο πιάνο. Συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες όπως οι Silvio Rodríguez, Joaquín Sabina, Ana Belén, Joan Manuel Serrat, Víctor Manuel, Los Van Van, και άλλους. Τα πιο φημισμένα τραγούδια του είναι Yolanda, Yo me quedo, Amo a esta isla.
Το 2005 για πρώτη φορά συνθέτει μέρος της μουσικής του κινηματογραφικού έργου Siempre Habana του Ángel Peláez.

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Βιβλία στο ιντερνετ!

Φίλοι μου επειδή οι καιροί για πολλούς είναι δύσκολοι... έκανα μία έρευνα στο ίντερνετ και βρήκα ένα πολύ καλό site.
Εκεί βρίσκεις πολλά βιβλία όπου σε βοηθάν!
Μπες στο http://math.stuff.gr/ και δες! http://e-vivlia.blogspot.com.Το δέυτερο προσφορά της Δήμητρας!!!
Καλή περιπλάνηση!

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Ερωτας?? Πατατα!!!!

Η συμβολή μου στην όμορφη τούτη μέρα!!!!!

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

EDWARD ALBEE

Ο Έντουαρντ Φράνκλιν Άλμπι Γ' (Edward Franklin Albee III) (γεν. 12 Μαρτίου 1928) είναι διακεκριμένος Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας γνωστός για τις έξυπνες, δεξιοτεχνικές και συχνά άπονες εξετάσεις της σύγχρονης συνθήκης. Τα πρώιμα έργα του επιδεικνύουν μια μαεστρία και Αμερικανοποίηση του Παραλογισμού που κορυφώθηκε σε έργα Ευρωπαίων θεατρικών συγγραφέων όπως ο Ζαν Ζενέ, ο Σάμιουελ Μπέκετ και ο Ευγένιος Ιονέσκο. Νεώτεροι Αμερικανοί θεατρικοί συγγραφείς όπως η νικήτρια του Πούλιτζερ Πόλα Βόγκελ, αποδίδουν στην τολμηρή μείξη θεατρινισμού και δηκτικού διαλόγου από τον Άλμπι, την επανεφεύρεση του μεταπολεμικού Αμερικανικού θεάτρου στις αρχές της δεκαετίας του '60. Η αφοσίωση του Άλμπι στη συνέχιση της εξέλιξης της φωνής του - όπως αποδεικνύεται σε μεταγενέστερες παραγωγές όπως το The Goat, Or Who Is Sylvia? (2000) - τον οριοθετεί ως ξεχωριστή περίπτωση μεταξύ άλλων Αμερικανών θεατρικών συγγραφέων της εποχής του.Ο Έντουαρντ Άλμπι γεννήθηκε στην Ουάσινγκτον (DC), και δύο εβδομάδες αργότερα υιοθετήθηκε και μεταφέρθηκε στο Westchester County στη Νέα Υόρκη. Ο θετός πατέρας του Άλμπι, γιός του θεατρικού μεγαλοπαράγοντα E.F. Albee, είχε στην ιδοκτησία του πολλά θέατρα, όπου ο Έντουαρντ εξοικειώθηκε με το θέατρο στην παιδική του ηλικία. Ο Άλμπι έφυγε από το σπίτι του στα τέλη της εφηβείας του, λέγοντας αργότερα σε μία συνέντευξη: "Δεν ήταν πολύ καλοί ως γονείς, και εγώ δεν ήμουν πολύ καλός ως γιός." Ακολούθησε η αποφοίτησή του από τη Στρατιωτική Ακαδημία Valley Forge στο Γουέιν της Πενσυλβάνια το 1945 σε ηλικία 17 ετών. Αποφοίτησε από το Choate Rosemary Hall και παρακολούθησε το Κολέγιο Τρίνιτυ (στο Κοννέκτικατ) για ενάμιση χρόνο προτού αποβληθεί επειδή δεν παρουσιαζόταν σε τάξεις και επειδή αρνιόταν να παρακολουθήσει τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό. Κατ'ειρωνικό τρόπο ίσως, ο τότε αμελής φοιτητής αργότερα αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην προώθηση το Αμερικανικό πανεπιστημιακό θέατρο, δίνοντας συχνά ομιλίες σε πανεπιστήμια και υπηρετώντας ως διακεκριμένος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον από το 1989 ως το 2003.Μέλος του Συμβουλίου Dramatists Guild, ο Άλμπι έχει κερδίσει τρείς φορές το Βραβείο Πούλιτζερ για θέατρο - για τα έργα του A Delicate Balance (1966), Seascape (1974) και Three Tall Women (1990-1991) -, ένα Ειδικό Βραβείο Τόνυ για το Σύνολο του Έργου του (2005), το Χρυσό Μετάλιο για το Θέατρο από την Αμερικανική Ακαδημία και Ινστιτούτο Τεχνών και Γραμμάτων (1980), καθώς επίσης και τα Kennedy Center Honors και το Εθνικό Μετάλιο Τεχνών (και τα δύο το 1986).Ο Άλμπι είναι πρόεδρος του ιδρύματος Edward F. Albee Foundation, Inc.Ο μακροχρόνιος σύντροφος του Άλμπι στη ζωή του, ο Τζόναθαν Τόμας, γλύπτης, πέθανε στις 2 Μαΐου 2005, μετά από δίχρονη μάχη με τον καρκίνο.Θεατρικά ΈργαThe Zoo Story (1958)The Death of Bessie Smith (1959)The Sandbox (1959)Fam and Yam (1959)The American Dream (1960)Who's Afraid of Virginia Woolf? (1961-62, Βραβείο Τόνυ)The Ballad of the Sad Cafe (1963) (διασκευασμένο από το μυθιστόρημα του Carson McCullers)Tiny Alice (1964)Malcolm (1965) (διασκευασμένο από το μυθιστόρημα του James Purdy)A Delicate Balance (1966)Everything in the Garden (1967) (διασκευασμένο από ένα θεατρικό έργο του Βρετανού θεατρικού συγγραφέα Giles Cooper)Box και Quotations From Chairman Mao Tse-Tung (1968)All Over (1971)Seascape (1974)Listening (1975)Counting the Ways (1976)The Lady From Dubuque (1977-79)Lolita (διασκευασμένο από το μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ)The Man Who Had Three Arms (1981)Finding the Sun (1982)Marriage Play (1986-87)Three Tall Women (1990-91)The Lorca Play (1992)

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

BILLIE HOLIDAY

Η Μπίλι Χόλιντεϊ (Billie Holiday, 7 Απριλίου 1915 - 17 Ιουλίου 1959) ήταν διακεκριμένη Αμερικανίδα τραγουδίστρια και συνθέτης της τζαζ. Περισσότερο γνωστή για τις ερμηνείες της σε συνθέσεις άλλων μουσικών και τις φωνητικές ικανότητές της, η ίδια συνέθεσε περιορισμένο αριθμό τραγουδιών, ορισμένα από τα οποία συγκαταλέγονται στα κλασικά του τζαζ ρεπερτορίου, όπως τα Lady Sings the Blues και God Bless the Child. Χαρακτηρίζεται συχνά ως η επιφανέστερη τραγουδίστρια στην ιστορία της τζαζ, λαμβάνοντας υπόψη και την επίδραση που άσκησε σε μεταγενέστερους καλλιτέχνες. Ερμήνευσε επίσης τραγούδια του μπλουζ ρεπερτορίου. Θεωρείται πως οι εγκάρδιες ερμηνείες της βρίσκονται στον αντίποδα των περισσότερο χαρούμενων αυτοσχεδιασμών της Έλα Φιτζέραλντ.Γεννήθηκε στη Φιλαδέλφειατων ΗΠΑ και μεγάλωσε στην πόλη της Βαλτιμόρης. Σε επίσημα έγγραφα εμφανίζεται με μία πληθώρα παραλλαγών του πραγματικού ονόματός της. Ήταν γνωστή κυρίως ως Eleanora Fagan, σύμφωνα με το επώνυμο της μητέρας της, ωστόσο σε νοσοκομειακά έγγραφα αναφέρεται ως Eleanor Harris (ή Elinore στο πιστοποιητικό γέννησής της). Σε παιδική ηλικία απέκτησε το παρωνύμιο Μπίλι, ενώ βαπτίστηκε με το όνομα Eleanor Gough. Παράλληλα ήταν γνωστή ως Ματζ (Madge). Σε εφηβική ηλικία άρχισε να κάνει συστηματική χρήση του ονόματος Μπίλι, πιθανώς λόγω της εκτίμησης που έτρεφε για την ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου Μπίλι Νταβ (Billie Dove), ενώ αργότερα υιοθέτησε το επώνυμο του πατέρα της, ελαφρά παραλλαγμένο (Halliday), με το οποίο ξεκίνησε την επαγγελματική σταδιοδρομία της στο τραγούδι. Ο τζαζ μουσικός Λέστερ Γιανγκ τής έδωσε επίσης το γνωστό παρωνύμιο Lady Day.Τα παιδικά της χρόνια χαρακτηρίστηκαν από έντονες δυσκολίες. Ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια αρνούμενος να αναγνωρίσει την πατρότητα της Χόλιντεϊ, κάτι που τελικά έκανε μόνο μετά την πρώτη επαγγελματική επιτυχία της. Ο ίδιος ήταν επίσης μουσικός, παίζοντας κιθάρα σε μεγάλες ορχήστρες (big bands), καθώς και στην ορχήστρα του Φλέτσε Χέντερσον. Στην αυτοβιογραφία της περιγράφει την κακομεταχείρισή της από συγγενείς με τους οποίους αναγκάστηκε να συμβιώσει όταν η μητέρα της εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, ενώ για σύντομο χρονικό διάστημα φυλακίστηκε για πορνεία. Η ενασχόλησή της με το τραγούδι ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, τραγουδώντας σε μικρούς χώρους του Μπρούκλιν. Ο μουσικός παραγωγός και κυνηγός ταλέντων Τζον Χάμοντ ήταν ο πρώτος που διέκρινε τις δυνατότητές της και οργάνωσε τις πρώτες ηχογραφήσεις της, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με τον Μπένι Γκούντμαν. Από το 1935 ηχογραφούσε συστηματικά, αποκτώντας σταδιακά ένα ευρύτερο ακροατήριο. Υπήρξε από τις πρώτες Αφροαμερικανίδες τραγουδίστριες που συμμετείχαν σε ορχήστρα λευκών, συνεργαζόμενη με τον Άρτι Σο (Artie Shaw) το 1938, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940 αποτελούσε μία από τις δημοφιλέστερες τραγουδίστριες. Την ίδια περίοδο, πολλά προβλήματα σημάδευαν την προσωπική ζωή της, σε αντιδιαστολή με την επιτυχημένη επαγγελματική εξέλιξή της. Άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, για την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση το 1947, ενώ συνδέθηκε συχνά με συντρόφους που την κακομεταχειρίστηκαν. Σε συνδυασμό με την εξάρτηση από το αλκοόλ η υγεία της επιδεινώθηκε. Συνέχισε να τραγουδά και να περιοδεύει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ωστόσο η φωνή της τραχύνθηκε εμφανώς από τις καταχρήσεις. Πέθανε από κίρρωση του ήπατος σε ηλικία 44 ετών και σε δεινή οικονομική κατάσταση, έχοντας απωλέσει τα κέρδη της από τη μουσική.The Quintessential Billie Holiday, Vols. 1-9, ColumbiaThe Complete Original American Decca Recordings, MCA GRP 26012Lady in Autumn, Verve

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

jean genet

Ζαν Ζενέ (1910 - 1986), θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης. Ο περιθωριακός ομοφυλόφιλος και ιδιότροπος εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου, μέσα από τα έργα του απεικονίζει την ίδια του τη ζωή. Λωποδύτης, κατάδικος και εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, ο Ζενέ περιπλανήθηκε στην Ευρώπη, έγινε το αγαπημένο παιδί της γαλλικής διανόησης, αφοσιώθηκε σε έναν ακροβάτη, και αργότερα μεταμορφώθηκε από απολιτίκ σε ακτιβιστή, υποστηρίζοντας τους Μαύρους Πάνθηρες και ακολουθώντας Παλαιστίνιους στρατιώτες σε στρατόπεδα του Λιβάνου και της Ιορδανίας.
Πρώτα χρόνια
Νόθος γιος μιας πόρνης και ενός εργάτη ο μικρός Ζαν εγκαταλείφθηκε επτά μήνες μετά τη γέννησή του, το 1910. Παρ' όλο που μεγάλωσε σε στοργικό περιβάλλον, με δύο χωρικούς για γονείς, δεν άργησε να παρουσιάσει τάσεις περιθωριοποίησης. Απόπειρες φυγής από το σπίτι και μικροκλοπές αντικειμένων του χάρισαν τον τίτλο του κλέφτη στα 12 χρόνια του. Ήταν όμως άριστος μαθητής, γι' αυτό τον στέλνουν σε μια τεχνική σχολή έξω απ' το Παρίσι να μάθει το επάγγελμα του τυπογράφου. Το σκάει αμέσως για να κυνηγήσει το όνειρό του, το σινεμά, στην Αμερική. "Αποφάσισα να απαρνηθώ έναν κόσμο που με είχε απαρνηθεί" έγραψε για την τροπή που πήρε η ζωή του. Κλεισμένος σε αναμορφωτήριο από τα 15 του ως τα 18 του ο έφηβος Ζαν γνώρισε για τα καλά τη σκληρή δουλειά, την άσχημη όψη των ανθρώπων και μυήθηκε στον ομοφυλόφιλο έρωτα. Θέλησε να ξεφύγει και το προσπάθησε μέσω του στρατού, έφυγε όμως και από εκεί. Λιποτάκτης πια αλλάζει το επώνυμό του και περιπλανιέται στην Ευρώπη με τα πόδια, κλέβοντας ό,τι βρίσκει. Αλλά σε κάθε σταθμό του έχει προβλήματα με τις Αρχές. Φτάνοντας στη Γερμανία του Χίτλερ θα πεί "Αισθάνθηκα σαν να βρέθηκα σε ένα οργανωμένο στρατόπεδο με λωποδύτες. Είναι ένα έθνος κλεφτών".
Η "γέννηση" του συγγραφέα
Περνάει στη φυλακή τα επόμενα επτά χρόνια. "Βλέπω στους κλέφτες, στους προδότες, στους δολοφόνους, στους απόκληρους και στους μάγκες μια βαθιά ομορφιά, μια υπόγεια ομορφιά". Δημοσιεύει το πρώτο του κείμενο σε ηλικία 32 ετών, την "Παναγία των λουλουδιών", το πιο "εμπρηστικό" ίσως μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Το γράφει στο κελί του, σε ό,τι χαρτί βρίσκει. Οι φύλακες θα του το αρπάξουν, εκείνος θα το ξαναγράψει απ' την αρχή. Αποκτά την αναγνώριση της παρισινής κοινωνίας μετά τη γνωριμία του με τον Ζαν Κοκτό, ο οποίος θα φροντίσει ώστε να εκδοθούν τα έργα του και θα τον βοηθήσει πολλές φορές να βγεί από τη φυλακή. Ξαφνικά το παρουσιαστικό του Ζενέ αλλάζει. Βολτάρει στη Μονμάρτρη και στα παρισινά μπιστρό, ντυμένος μπουρζουά διανοούμενος, με χειροποίητα κοστούμια και μεταξωτές γραβάτες. Συναντά τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, τον άνθρωπο που τον ανέδειξε και τον επηρέασε πιο πολύ απ' όλους. Ο Σαρτρ πρωτοστατεί σε μια κίνηση των διανοουμένων της εποχής, ώστε να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή του Ζενέ το 1949, ενώ η βιογραφία του "Άγιος Ζενέ: Κωμωδός ή μάρτυρας", που βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1952, όχι μόνο αποκαθιστά τη φήμη ενός πρώην θανατοποινίτη, αλλά τον αναδεικνύει ως κορυφαίο λογοτέχνη και βαθιά σκεπτόμενο άνθρωπο.
Ο μεγάλος έρωτας
Ο Ζενέ, από την ψυχανάλυση του Σαρτρ, δε θα ξαναγράψει για επτά χρόνια. Έχει μάθει όμως να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του, πάντα ως κάτι άλλο, κάτι καινούριο. Αυτή τη φορά θα είναι ο θεατρικός συγγραφέας που θα αποσπάσει το χειροκρότημα του κοινού με τις "εμπρηστικές" του παραστάσεις που δε σέβονται την παραδοσιακή πλοκή, ούτε τους νόμους της ψυχολογίας. Ακολούθησαν κινηματογραφικές παραγωγές, βιβλία για τον Ρέμπραντ και τον Τζιακομέτι και περιπλανήσεις ανά την Ευρώπη. Ξαφνικά η ζωή του θα αλλάξει και πάλι, πλάι στον Αμπντάλα Μπεντάγκα, τον 20χρονο ακροβάτη, τον πρώτο μουσουλμάνο εραστή του, στον οποίο θα αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι. Πληρώνει τους καλύτερους εκπαιδευτές, αναλαμβάνει ο ίδιος τη σκηνοθεσία του σόου του επάνω στο τεντωμένο σκοινί, τον πείθει να μην καταταγεί στο στρατό και ξεκινούν οι δυό τους περιοδείες. Η ιστορία τους όμως δεν είχε αίσιο τέλος. Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του Μπεντάγκα, ο Ζενέ τον παρατάει. Εκείνος αυτοκτονεί και ο Ζενέ πέφτει σε βαριά κατάθλιψη. Καταστρέφει τα χειρόγραφά του και ανακοινώνει στους φίλους του ότι δεν θα ξαναγράψει ποτέ. Θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει το 1967.
Η πολιτικοποίηση του συγγραφέα
Δεν είχε εκτονώσει όμως όλο του το θυμό, όλη του την ενέργεια και γι' αυτό το λόγο δεν μπορούσε να πεθάνει ακόμη. Επινόησε μια νέα ζωή. Επέλεξε να πολιτικοποιηθεί. Με σύνθημά του για άλλη μια φορά τη βία, μάχεται στο πλευρό της επαναστατικής οργάνωσης Μαύροι Πάνθηρες κατά των φυλετικών διακρίσεων και του πολέμου στο Βιετνάμ και υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών. Σειρά έπειτα έχουν οι Παλαιστίνιοι. Ο Ζενέ αποφασίζει να ζήσει με τους φενταγίν στην Ιορδανία το 1971, μετά την εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των βασιλικών ιορδανικών δυνάμεων και των παλαιστινιακών οργανώσεων που είχαν καταφύγει στη χώρα. Το υλικό αυτής της επίσκεψης αποτελεί την πρώτη ύλη για το βιβλίο του "Αιχμάλωτος του έρωτα". Μόνο που ο Ζενέ δεν γύρισε πίσω να στρωθεί στο γράψιμο. Πέρασαν άλλα δέκα χρόνια ώσπου, το Σεπτέμβριο του 1982, επέστρεψε και πάλι στους Παλαιστίνιους, αυτή τη φορά στη Βηρυττό. Στο μεταξύ οι Ισραηλινοί μόλις είχαν εισβάλει στην πόλη. Ο Ζενέ ήταν ένας από τους πρώτους παρατηρητές που επισκέφτηκαν τον καταυλισμό των Παλαιστινίων στη Σατίλα, λίγες ώρες μετά την εισβολή των Χριστιανών Λιβανέζων Φαλαγγιτών.
Ο θάνατος
Ο Ζαν Ζενέ πέθανε ένα ήσυχο ανοιξιάτικο πρωινό του 1986. Μόνος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Παρίσι, νικημένος από τον καρκίνο. "Σ' έναν σιωπηλό και ασήμαντο δρόμο, που ξαφνικά πήρε λάμψη, αποτελώντας την τελευταία στάση της ζωής του Ζενέ στην πόλη, την οποία μεταμόρφωσε και εξύβρισε χωρίς σταματημό" σημειώνει στο ξεκίνημα της βιογραφίας του ο Στίβεν Μπάρμπερ.
Εκπρόσωποι του θεάτρου του παραλόγου, το οποίο βασίζεται σε μη ρεαλιστικούς χαρακτήρες και καταστάσεις, σύμφωνα με το θεμελιωτή του όρου, τον κριτικό Μάρτιν Εσλιν, είναι οι Σάμουελ Μπέκετ, Ευγένιος Ιονέσkο, Ζαν Ζενέ και Αρτούρ Αντάμοφ.